Βασιλικό καταφύγιο

To περιοδικό «House by Life&Style», με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου της Μάρως Καρδαμίτση Αδάμη «Ανάκτορα στην Ελλάδα» είχε παρουσιάσει στις σελίδες του το βασιλικό καταφύγιο της βασίλισσας Αμαλίας. Το κείμενο όπως και το φωτογραφικό υλικό είναι μέρος του βιβλίου. 

anaktoro1.jpg

 Η πύλη εισόδου της Επταλόφου.

 

Η αγάπη της βασίλισσας Αμαλίας για τη γη φάνηκε αμέσως μετά την εγκατάστασή της στην Αθήνα με τη δημιουργία ενός σχετικά μικρού κήπου στο ανάκτορο της πλατείας Κλαυθμώνος, που επεκτάθηκε και στη φύτευση της ίδιας της πλατείας Συντάγματος, του άλλοτε Βασιλικού και σήμερα Εθνικού Κήπου. Ενώ ο (τότε) Βασιλικός Κήπος προχωρούσε στην ολοκλήρωσή του, η Αμαλία αποφάσισε να αγοράσει μια μεγάλη έκταση οκτώ, περίπου, χιλιόμετρα δυτικά της πρωτεύουσας, κοντά στα σημερινά Λιόσια, με σκοπό να δημιουργήσει εκεί ένα αγροκήπιο, μια πρότυπη δηλαδή γεωργική και κτηνοτροφική μονάδα. Αντίστοιχο αγρόκτημα είχε ιδρύσει ήδη από το τέλος της δεκαετίας του 1830 ο Βαυαρός επιχειρηματίας Ρουφ –ειδικός στα αρτεσιανά φρεάτια– στην περιοχή που φέρει μέχρι σήμερα το όνομά του. Ο μικρός μάλιστα πύργος που σώζεται ακόμη εκεί έμεινε γνωστός ως «Το πυργάκι της Αμαλίας», γιατί οι βασιλείς συνήθιζαν στους έφιππους περιπάτους να σταματούν για να ξεκουραστούν εκεί. Ίσως αυτό να ήταν και η αφορμή για την αγορά της Επταλόφου.

anaktoro2.jpg

ΕΠΙΒΛΗΤΙΚΗ.
Η Ιουλία Βλαστού-Σερπιέρη ντυμένη
με στολή Αμαλίας,
στην κεντρική αίθουσα
του πύργου.

Το κτήμα στα Λιόσια ήταν αρχικά τουρκικό τσιφλίκι, που σταδιακά μεταβιβάστηκε σε Έλληνες ιδιοκτήτες και στη συνέχεια στους Άγγλους John Williams και George Miles. Οι δύο Άγγλοι φύτεψαν στο κτήμα αμπέλια, οπωροφόρα δέντρα, καλλιέργησαν συστηματικά τους αγρούς, έχτισαν νέους βοηθητικούς χώρους και δημιούργησαν έναν ωραίο κήπο. Το 1848, όταν οι βασιλείς αγόρασαν το κτήμα στα Λιόσια, έκτασης 305 στρεμμάτων, αυτό είχε και πάλι περάσει σε ελληνικά χέρια. Στη συνέχεια, η Αμαλία συνέχιζε να αγοράζει αγροτεμάχια που συνόρευαν με το κτήμα, έτσι που τελικά το 1861 κάλυπτε μια έκταση 2.500 στρεμμάτων. Μέσα στο κτήμα έχτισε μια μικρή κατοικία γοτθικού ρυθμού, απ' όπου και η ονομασία της περιοχής ως Πύργος Βασιλίσσης, με την οποία έμεινε γνωστή, παρόλο που η ίδια έδωσε στη βασιλική αγροικία το όνομα «Επτάλοφος».

anaktoro3.jpg

Τα οικόσημα της Ελλάδας και του Όλντεμπουργκ διακοσμούσαν το ανάκτορο.

Άποψη του Πύργου της Βασιλίσσης, όπως αποτυπώνεται σε παλιά φωτογραφία.


Λέγεται, εντούτοις, ότι στην περιοχή υπήρχε ήδη ένας πύργος από τον καιρό της Τουρκοκρατίας. Ο συνοδός του αδελφού της Αμαλίας, πρίγκιπα Πέτρου του Ολδεμβούργου, Wilhelm Ernst von Beaulieu, μας δίνει την πληροφορία ότι το κτήμα το 1851 το ονομάζουν «Πύργο», λόγω ενός κτίσματος που βρισκόταν ήδη εκεί και που επρόκειτο να αντικατασταθεί από ένα νέο οικοδόμημα «πλήρους καλαισθησίας». Η πληροφορία αυτή φανερώνει ότι ο Von Beaulieu είχε ήδη δει τα σχέδια του νέου κτίσματος ή ότι τουλάχιστον του τα είχαν περιγράψει.

anaktoro5.jpg

Άποψη από την ενετικού ρυθμού πύλη του πύργου.


Όσο για τον παλιό πύργο, ο Ed. About τον περιγράφει ως «ένα είδος καστέλλι μισοαγροτικό, μισο-γοτθικό, κακοχτισμένο με πέτρες και γύψο, που έχει μπροστά του ένα είδος θριαμβευτικής αψίδας πολύ ευχάριστου γούστου». Ίσως να επρόκειτο για παλιό ενετικό πύργο. Δεδομένου ότι ο About επισκέφτηκε την Αθήνα το 1852, την εποχή δηλαδή που μόνο η πύλη είχε χτιστεί, η περιγραφή του φαίνεται αρκετά ακριβής. Παραμένει ακόμη άγνωστος ο αρχιτέκτονας του κτιρίου. Ατεκμηρίωτες πληροφορίες αναφέρουν τον Francois Luis Florimond Boulanger ως αρχιτέκτονα του Πύργου της Βασιλίσσης. Σε ανέκδοτο χειρόγραφό του, που εναπόκειται στα ΓΑΚ της Αθήνας, σώζεται υπόμνημά του προς τον Όθωνα με ημερομηνία 21 Απριλίου 1853, σχετικά με τη δυνατότητα διανοίξεως αρτεσιανών φρεατίων στο «βασιλικό υποστατικό», ώστε να εξασφαλιστεί το απαραίτητο για την άρδευση του κτήματος νερό.

anaktoro9.jpg

 Το μαρμάρινο σιντριβάνι του κήπου.


Ο Γεώργιος Λάιος, στη μικρή μονογραφία του «Ο Πύργος της Βασιλίσσης», αναφέρει ότι η διακόσμηση των τοίχων έγινε κατ' απομίμηση του Πύργου του Hochenschwangau στη Βαυαρία, όπου γεννήθηκε ο Όθωνας και που αναπολούσε με νοσταλγία. Στην πραγματικότητα, το Hochenschwangau είναι ένα πολύ μεγαλύτερο ανάκτορο, που χτίστηκε από τον αρχιτέκτονα Domenico Quaglio για τον πρίγκιπα Μαξιμιλιανό. Το ανάκτορο χτίστηκε κοντά στα ερείπια ενός παλαιότερου ρομαντικού παλατιού που ανακάλυψαν τα δύο αδέλφια σε μία εκδρομή τους στην περιοχή το 1829. Τα δύο κτίρια, παρά τη σημαντική τους διαφορά στο μέγεθος, έχουν πολλά κοινά στοιχεία. Πρόκειται για νεογοτθικές ρομαντικές συνθέσεις, στο ύφος που ο Μαξιμιλιανός Β' επέλεξε να δημιουργήσει στο Μόναχο μια νέα τυπικά βαυαρική πρωτεύουσα. Στο ίδιος στιλ έχτισε άλλωστε το 1843 ο Gaertner και το μεγάλο ανάκτορο, το Wittelsbacher Palast, στο τέλος της Maximilian Strasse.
Οι ομοιότητες των δύο κτιρίων ξεκινούν από τα εξωτερικά γνωρίσματα (πολυγωνικοί πύργοι, επάλξεις, τοξωτά παράθυρα κ.λπ.), συνεχίζονται στον πυλώνα της εισόδου και επεκτείνονται στο εσωτερικό του. Εδώ, οι ομοιότητες, τόσο με την αίθουσα του θρόνου του ανακτόρου του Μονάχου του Λουδοβίκου, που διαμορφώθηκε από τον Leo von Klenze το 1837, όσο και από τις αντίστοιχες αίθουσες του Wittelsbacher Palast, που σχεδίασε ο Gaertner, είναι αξιοπρόσεκτες.

anaktoro10.jpg

Λεπτομέρειες από τον πλούσιο διάκοσμο της οροφής και των τοίχων.


Το κτίριο στην Επτάλοφο εγκαινιάστηκε στις 13/25 Αυγούστου του 1854, ημέρα των γενεθλίων του Λουδοβίκου. Η Αμαλία θέλησε μ' αυτόν τον τρόπο να ευχαριστήσει και να τιμήσει τον πεθερό της, που αγαπούσε ιδιαίτερα και ο οποίος ήδη από το 1848 είχε αναγκαστεί, εξαιτίας του γνωστού σκανδάλου με τη Λόλα Μοντέζ να παραιτηθεί από το θρόνο. Η Αμαλία, όμως, που συνέχιζε πάντα να αλληλογραφεί μαζί του, τον πληροφορούσε συνεχώς για την πρόοδο και τις εργασίες που γίνονταν στο κτήμα.

Λεπτομέρειες από τον πλούσιο διάκοσμο της οροφής και των τοίχων.

Το ισόγειο καταλάμβανε μία μεγάλη αίθουσα υποδοχής και τα υπνοδωμάτια των βασιλέων και της κυρίας της τιμής της βασίλισσας. Μία περιστροφική σκάλα οδηγούσε στον όροφο που βρισκόταν άλλη μία μεγάλη αίθουσα, όπου υπήρχαν τα εμβλήματα της Ελλάδας, της Βαυαρίας και του Όλτενμπουργκ πάνω σε έντονο γαλάζιο φόντο με χρυσές διακοσμήσεις. Ιδιαίτερα πλούσια ήταν και η οροφογραφία της αίθουσας αυτής σε γοτθικό ύφος, επίσης σε μπλε, κόκκινα και χρυσά σχέδια που πλαισίωναν σειρά εμβλημάτων. «Στον πύργο έχουμε τα αγάλματα της αίθουσας του θρόνου του Μονάχου και το έμβλημά μας», γράφει η Αμαλία μεταξύ 30 Μαΐου-11 Ιουνίου του 1857 στο βασιλιά Λουδοβίκο. Το δάπεδο ήταν από ξύλινο παρκέ, στο ύφος που σχεδίασε ο Gaertner τα δάπεδα στα Ανάκτορα της Αθήνας και ο Klenze στο Μόναχο. Στη βάση των τοίχων υπήρχε ένα σχετικά λιτό ξύλινο πασαμέντο, ενώ όλα τα κουφώματα από ξύλο ακολουθούσαν επίσης τη γοτθική μορφολογία. Δύο ακόμα μικρά δωμάτια συμπλήρωναν τον όροφο. Σε αντίθεση με τα έπιπλα των Ανακτόρων της Αθήνας που παραγγέλθηκαν όλα στο Παρίσι, τα έπιπλα του Πύργου στην Επτάλοφο σχεδιάστηκαν από τον F. Boulanger. Η πληροφορία που αναφέρεται από τον Μαρίνο Παπαδόπουλο Βρετό στο λεύκωμά του «Αι νέαι Αθήναι», επιβεβαιώνεται από μία σειρά σχεδίων επίπλων που βρέθηκε στα ΓΑΚ και φέρει την υπογραφή του. Είναι, λοιπόν, πολύ πιθανό τα σχέδια του πύργου να ήρθαν από το Μόναχο ή να τα σχεδίασε κάποιος Γερμανός αρχιτέκτονας, και ο Boulanger να ανέλαβε μόνο την επίβλεψη του έργου. Οπωσδήποτε, στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να ακολούθησε τις επιθυμίες και τις οδηγίες του βασιλικού ζεύγους.

anaktoro6.jpg

Στην αίθουσα υποδοχής επικρατεί το γοτθικό στοιχείο. Διακρίνεται η ξύλινη επένδυση της βάσης των τοίχων, η πλούσια διακόσμηση στους τοίχους και την οροφή, καθώς και το ξύλινο ψηφιδωτό δάπεδο (παρκέ).


Μέσα στο κτήμα, εκτός από τον πύργο, υπήρχαν μικρά ξύλινα περίπτερα για τους ανθρώπους που δούλευαν σ' αυτό, χτισμένα σύμφωνα με τα γερμανικά αγροτόσπιτα, ενώ γύρω από τον πύργο είχαν δημιουργηθεί σκιερά καθιστικά και αλέες περιπάτου. Η Επτάλοφος, το κτήμα που με τόση φροντίδα και αγάπη δημιούργησε η Αμαλία, δε φαίνεται να συγκινούσε ιδιαίτερα τον Όθωνα, ο οποίος, ήδη από το 1853, σύμφωνα με τον Ed. About, επιθυμούσε να αγοράσει το ανάκτορο της δούκισσας της Πλακεντίας, στην Πεντέλη, χωρίς όμως επιτυχία. Εξάλλου, ο Όθωνας, από το 1837 μέχρι και το 1857, παραθέριζε στο κτήμα του Οικονομίδη στην Κηφισιά.

anaktoro7.jpg

Άποψη από τον κήπο του κτήματος, όπου διακρίνονται οι οικίες των ανθρώπων που εργάζονταν σε αυτό, χτισμένες όπως τα
γερμανικά αγροτόσπιτα.

Στη συνέχεια, όταν το 1858 ο εθνικός ευεργέτης Τοσίτσας έχτισε στην Κηφισιά το δικό του μέγαρο, ο Όθωνας παραθέριζε εκεί. Τις Κυριακές, μετά τη λειτουργία, συνήθιζε να πηγαίνει στην κεντρική πλατεία του χωριού, στον Πλάτανο, όπου συνομιλούσε μ' έναν κύκλο παραθεριστών και με τους προύχοντες του χωριού.

anaktoro12.jpg

 Χαρακτηριστικό παράθυρο γοτθικού ρυθμού.

Τις καθημερινές, δε, σύμφωνα με τις περιγραφές του Ν. Λεβίδη, ανέβαινε έφιππος κατά τις 4 το πρωί στο Κεφαλάρι, όπου κολυμπούσε στη δεξαμενή που υπήρχε εκεί. Είναι πράγματι περίεργο το ότι ούτε ο Όθωνας ούτε η Αμαλία επιχείρησαν να αποκτήσουν ένα παραθαλάσσιο ανάκτορο, αφού και στους δύο άρεσε τόσο το κολύμπι. Μετά την έξωση των βασιλέων, η κυβέρνηση κήρυξε το κτήμα δημόσια περιουσία, η διαχείρισή του ανατέθηκε στο υπουργείο Οικονομικών, που το παρέδωσε στη συνέχεια στον νέο βασιλιά Γεώργιο. Το 1863 το κτήμα αποδόθηκε και πάλι διά πληρεξουσίου στον Όθωνα. Μετά το θάνατό του αγοράστηκε από τον βαρόνο Σίνα, το 1870, και στη συνέχεια, το 1878, από τον Γεώργιο Παχύ. Σήμερα ανήκει στη Γεωργοκτηνοτροφική Εμπορική Εταιρία Ιλίου Α.Ε.


Ο Πύργος Βασιλίσσης παρουσιάζει ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον, καθώς είναι η μόνη από τις κατοικίες του Όθωνα και της Αμαλίας που διατηρεί σχεδόν ακέραιη την εσωτερική της μορφή και διακόσμηση, κάτι που δυστυχώς χάθηκε για πάντα από τα κεντρικά ανάκτορα μετά τη μετατροπή τους σε κτίριο της Βουλής.

ΑΝΑΚΤΟΡΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΜΝΗΜΕΙΟ ΤΕΧΝΗΣ: ΔΗΜΑΡΧΕΙΟ ΣΥΡΟΥ